Κατηγορία: Confidence

Όταν οι άλλοι είναι πάντα καλύτεροι

Μοιράσου το:
Μήπως κάνουμε τη ζωή μας δύσκολη, αν όχι ανυπόφορη, με τη συνεχή αυτοϋποτίμηση; Μπορούμε να απελευθερωθούμε από την παγίδα της υπονόμευσης του εαυτού μας;
Όλοι έχουμε τις ανασφάλειές μας! Κατά καιρούς, απογοητευόμαστε από τον εαυτό μας, δυσκολευόμαστε να πιστέψουμε σε αυτόν, αμφισβητούμε την αξία μας και νιώθουμε μικροί και ανάξιοι, ειδικά όταν συγκρινόμαστε με κάποιους που θαυμάζουμε, που θεωρούμε πρότυπα ή απλά πιστεύουμε ότι αντιπροσωπεύουν ό,τι έχει για εμάς σημασία και αξία. Ακόμη και οι -φαινομενικά τουλάχιστον- πιο σίγουροι για τον εαυτό τους άνθρωποι περνάνε κρίσεις αυτοαμφισβήτησης. Αυτές οι κρίσεις είναι φυσιολογικές και αναμενόμενες. Μοιάζουν να είναι μέρος της ανθρώπινης κατάστασης, τουλάχιστον έτσι όπως έχει διαμορφωθεί στο δικό μας πολιτισμό. Είναι, μάλιστα, απαραίτητες ως διαδικασία επαναπροσανατολισμού μας μέσα στη ζωή: Πού βρίσκομαι, πού πάω και ποια είναι η σχέση μου με τους άλλους; Γίνονται, όμως, προβληματικές και επώδυνες, όταν κυριαρχούν στην καθημερινότητά μας: Όταν κάθε μας σκέψη και κάθε μας πράξη τείνουν να καταλήγουν στο ότι τελικά σε κάτι υστερούμε και ότι οι άλλοι, κάποιοι άλλοι, ένας άλλος έστω, είναι καλύτεροι από εμάς!


Η Γεωργία, 31 ετών, μας περιγράφει πώς βλέπει τον εαυτό της και τη ζωή της σε σχέση με τους άλλους: «… Προσπαθώ μεν, αλλά νιώθω τόσο κουρασμένη, γιατί πάντα βλέπω τους άλλους να είναι ”μπροστά”. Δεν μου αρέσει να το λέω έτσι, αλλά νιώθω ότι είναι καλύτεροι από μένα. Ας μη μιλήσω για την εμφάνιση, στο κάτω-κάτω έτσι γεννήθηκα, τι να γίνει… Αλλά στη ζωή τους οι φίλοι μου, οι αδερφές μου έχουν σχέσεις πιο πετυχημένες από αυτές που κάνω εγώ, προχωρούν στη δουλειά τους, κάνουν αυτό που τους αρέσει, εξελίσσονται, ”ανεβαίνουν”, η ζωή τους είναι γεμάτη! Πραγματικά, δεν ξέρω αν υπάρχει κάποιος τομέας στον οποίο να μην υστερώ. Και, βέβαια, αυτό με αποθαρρύνει, δεν νομίζω ότι μπορώ να τους φτάσω και χάνω εύκολα τη διάθεσή μου να προσπαθώ… ». Με το που διαβάζουμε αυτά που μας λέει η Γεωργία, αμέσως περνά από το μυαλό μας η σκέψη: «Ε, δεν μπορεί να είναι έτσι!». Αυτή η ψυχολογία, όμως, της συνεχούς «υστέρησης» είναι, δυστυχώς, αρκετά διαδεδομένη και συνοδεύεται από:

• Αυτοϋποτίμηση: Oι σκέψεις περιστρέφονται διαρκώς γύρω από τις ανεπάρκειες, τις ανικανότητες, τις αδυναμίες μας, ενώ αντίθετα χάνονται από το πεδίο της αντίληψής μας οι καλές και δυνατές πλευρές μας.

• Αρνητικά συναισθήματα: Συνήθως επικρατούν αρνητικά συναισθήματα θλίψης, ανησυχίας, φόβου, άγχους, ντροπής, ενοχής, που εντείνουν το αίσθημα της ανεπάρκειας και δυσκολεύουν όποιες προσπάθειες καταβάλλουμε για να βγούμε από αυτή τη «μειονεκτική» θέση στην οποία πιστεύουμε ότι βρισκόμαστε.

• Αίσθημα κατωτερότητας: Oι σχέσεις με τους άλλους πάσχουν από το αίσθημα κατωτερότητας και τη δυσκολία να αισθανθούμε ισότιμοι με αυτούς και άξιοι της αγάπης, της φιλίας, της εκτίμησής τους. Κάθε κριτική και κάθε αμφισβήτηση προς το πρόσωπό μας εκλαμβάνονται ως ολοκληρωτική απόρριψη.

• Κακή σχέση με το σώμα μας: Η σχέση με το σώμα μας είναι μάλλον κακή, κάτι που μερικές φορές αντικατοπτρίζεται και στη στάση μας. Κακές διατροφικές συνήθειες, υπερβολικές δίαιτες ή το αντίθετο, υπερβολικό φαγητό, είναι συνηθισμένες. Επίσης, κάποιοι ή παραμελούν την εμφάνισή τους ή αντίθετα δεν τολμούν να εμφανιστούν μπροστά στους άλλους αν δεν είναι τέλεια ντυμένοι ή «φτιαγμένοι».


Όταν βλέπουμε τον ίδιο μας τον εαυτό ως κατώτερο και ανεπαρκή, συνήθως αυτή η «ματιά» έχει εγκατασταθεί μέσα μας από μικρή ηλικία και έχει εδραιωθεί με τα χρόνια.

• Παιδική ηλικία: Η υπερβολικά αυστηρή, επικριτική, μη ενθαρρυντική στάση των γονιών, η έλλειψη εμπιστοσύνης προς το παιδί λόγω προβολής δικών τους ανασφαλειών πάνω του, σε συνδυασμό συχνά με προσδοκίες πολύ υψηλές ή άσχετες με τις πραγματικές ικανότητες και ανάγκες του παιδιού, οι διαρκείς (έστω και ανείπωτες) συγκρίσεις με άλλους που τα καταφέρνουν «καλύτερα», μπορούν να δημιουργήσουν ένα γόνιμο υπέδαφος πάνω στο οποίο θα αναπτυχθεί στη συνέχεια η πεποίθηση ότι «οι άλλοι αξίζουν περισσότερο, είναι καλύτεροι από μένα». Συχνά, οι γονείς γίνονται οι πιο αμείλικτοι κριτές. Συνήθως, περιμένουν όλα όσα δεν πέτυχαν οι ίδιοι. Έτσι, παρακολουθούν και καταγράφουν με αγωνία τις αδυναμίες μας και αδυνατούν να μας δουν ως ανθρώπους ολοκληρωμένους, πολύπλευρους και κυρίως εντελώς διαφορετικούς από τους ίδιους. Το τραγικό είναι πως τη γνώμη αυτών ακριβώς των ανθρώπων την κάνουμε δική μας. Τη θεωρούμε ως τη μοναδική και αδιάσειστη αλήθεια, ενώ στην ουσία πρόκειται μόνο για μια γνώμη και μάλιστα οικτρά διαστρεβλωμένη.

• Εφηβεία: Η εφηβεία είναι συχνά μια τέτοια περίοδος, κατά την οποία αισθάνεται κανείς αδύναμος και ελλιπής, και συγκρίνοντας τον εαυτό του με τους άλλους, τους βρίσκει πάντα καλύτερους, πάντα πιο όμορφους, έξυπνους, λεπτούς, ψηλούς, γυμνασμένους, δυναμικούς, κοινωνικούς, ευχάριστους, ενδιαφέροντες, αστείους, ταλαντούχους. Oι συγκρίσεις πολλές φορές αποβαίνουν ισοπεδωτικές: Απογοήτευση, απόγνωση, θλίψη, αλλά και θυμός και εναντίωση είναι για πολλούς εφήβους το αποτέλεσμα. Για καλή μας τύχη, μετά το πέρας της εφηβείας συνήθως εδραιώνεται μια ισορροπία μεταξύ αυτού που βλέπουμε στους άλλους και αυτού που πιστεύουμε για τον εαυτό μας. Η διαδικασία αυτή οδηγεί σιγά-σιγά στη διαμόρφωση μιας πιο σταθερής αυτοεικόνας, μιας «ταυτότητας», όπως συνήθως ονομάζεται. Μερικοί άνθρωποι, όμως, μοιάζουν να παραμένουν «κολλημένοι» ή να επιστρέφουν με την παραμικρή δυσκολία σε αυτή την εφηβική θεώρηση του εαυτού, που βλέπει όλους τους άλλους καλύτερους και βρίσκει διαρκώς τρόπους να αυτοϋποτιμάται. Μοιάζουν σαν να βρίσκονται σε διαρκή αναζήτηση των «αδυναμιών» τους και σε γενικές γραμμές πιστεύουν ότι δεν αξίζουν και πολλά πράγματα. Στις συγκρίσεις με άλλους είναι σχεδόν αναμενόμενο ότι βγαίνουν τελευταίοι και καταϊδρωμένοι, καταλήγοντας στο θλιβερό συμπέρασμα: «Δεν αξίζω, δεν καταφέρνω και πολλά, ο καθένας μπορεί να τα καταφέρει καλύτερα από μένα».


Για να καταφέρουμε να δούμε πιο θετικά τον εαυτό μας, είναι απαραίτητο να αμφισβητήσουμε την εικόνα που έχουμε γι’ αυτόν:

1. Χρειάζεται να στραφούμε προς τους άλλους και να αρχίσουμε να ακούμε αυτά που έχουν να πουν για εμάς, χωρίς προκαταλήψεις του τύπου: «Το λέει από οίκτο», «Το λέει επειδή είναι άσχετος», «Το λέει γιατί δεν με ξέρει καλά», «Το λέει από υπερβολική ευγένεια». Δεν μπορεί να είμαστε οι μόνοι αλάνθαστοι και αντικειμενικοί ανάμεσα σε δεκάδες άσχετους και ανίκανους να κρίνουν!

2. Χρειάζεται να στραφούμε λίγο προς τον εαυτό μας και να βρούμε αν όλα αυτά που κυνηγάμε και φαίνονται άπιαστα είναι πράγματι δικές μας επιθυμίες και ανάγκες ή είναι υπολείμματα αυτών που κάποιοι άλλοι ίσως να περίμεναν από εμάς ή να θεωρούσαν σημαντικά.

3. Χρειάζεται να παραδεχτούμε (καθόλου εύκολο και ανώδυνο) ότι ίσως κάποια πράγματα δεν μπορούμε να τα καταφέρουμε. Συνήθως, αυτό συμβαίνει όχι γιατί είμαστε εντελώς ανίκανοι σε έναν τομέα, αλλά γιατί, αν κοιτάξουμε μέσα μας, θα δούμε ότι δεν έχουν τέτοια σημασία για εμάς ώστε να θέλουμε να τα παλέψουμε τόσο πολύ.

4. Χρειάζεται, επίσης, να παραδεχτούμε ότι σε κάποια πράγματα τα έχουμε καταφέρει πολύ καλά, έστω κι αν στη συνέχεια θεωρήσαμε ότι ήταν ασήμαντα ή τα προσπεράσαμε κυνηγώντας κάποια πιο «σπουδαία».

5. Χρειάζεται να αμφισβητήσουμε τα πρότυπά μας. Είναι πράγματι τόσο καταπληκτικά όλα στις ζωές των άλλων; Πόσες φορές ζηλέψαμε κάτι στους άλλους (τη δουλειά τους, τη σχέση τους, την ευτυχία τους) για να ανακαλύψουμε αργότερα ότι τα πράγματα γι’ αυτούς δεν ήταν καθόλου ιδανικά;

6. Χρειάζεται να «μικρύνουμε τα μεγέθη». Δεν γίνεται να συγκρινόμαστε μονίμως με όσους βρίσκονται στην κορυφή, επειδή θεωρούμε ότι κανονικά κι εμείς εκεί θα έπρεπε να βρισκόμαστε. Εξάλλου, για να φτάσει κανείς στην κορυφή, πρέπει να περάσει και από χαμηλά και ενδιάμεσα στάδια. Καμιά φορά είναι απαραίτητο να σταθούμε απέναντι στον εαυτό μας, όπως θα στεκόμασταν απέναντι σε ένα φοβισμένο, αποθαρρυμένο παιδί. Δεν θα το βοηθούσαμε να ανακαλύψει και να στραφεί προς ό,τι αγαπά και κατέχει καλά, ώστε να αρχίσει να χαίρεται, να έχει επιτυχίες και να εμπιστευτεί τον εαυτό του; Αυτή την παιδική αίσθηση της χαράς γι’ αυτό που καταφέραμε, την έχουμε όλοι γνωρίσει και έχει καταγραφεί μέσα μας. Μόνο που χρειάζεται να τη «φρεσκάρουμε».

Ζητείται… ρεαλισμός!
Η αίσθηση ότι οι άλλοι είναι πάντα καλύτεροι είναι σχεδόν πάντα η μία όψη του νομίσματος, που από την άλλη γράφει με μεγάλα γράμματα: «Θα έπρεπε εσύ να είσαι ο/η καλύτερος/η από όλους!». Είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να απαλλαγούμε από το αίσθημα κατωτερότητας και ανεπάρκειας, αν δεν αναρωτηθούμε ταυτόχρονα τι περιμένουμε από τον εαυτό μας και κατά πόσο αυτό είναι ρεαλιστικό, απαραίτητο, επίκαιρο, επιθυμητό τελικά, καθώς και αν εναρμονίζεται με την προσωπικότητά μας και τον τρόπο που έχουμε στήσει ή θέλουμε να στήσουμε την υπόλοιπη ζωή μας.
Πηγή: http://www.vita.gr/psixologia/article/5348/otan-oi-alloi-einai-panta-kalyteroi/

Η αυτοεκτίμηση μετά τα 40

Μοιράσου το:

Αν και πολλά έχουν γραφτεί για την αυτοεκτίμηση και την καλλιέργειά της κατά την παιδική και εφηβική ηλικία, λίγα είναι γνωστά για τις ψυχολογικές διεργασίες που συντελούνται μετά την ηλικία των 40 ετών.

Είναι γνωστή σε όλους η «κρίση ηλικίας» που ταλανίζει τους ανυποψίαστους μεσήλικες, με τα συνοδευτικά καταθλιπτικά ή μεγαλομανιακά επεισόδια. Όμως δεν έχει εξηγηθεί επαρκώς η φόρτιση που συνοδεύει τη συνειδητοποίηση του περάσματος μιας διχοτομικής γραμμής, που χωρίζει τη ζωή στα δύο και την κατανόηση πως τα υπολειπόμενα χρόνια είναι στατιστικώς λιγότερα από αυτά που προηγήθηκαν. Η σειρά των αναμμένων κεριών του Καβάφη αυξάνεται εξαιρετικά γρήγορα και ο αναστοχασμός είναι απαραίτητος για την ομαλή προσαρμογή του ατόμου.

Δυστυχώς οι άνθρωποι που προσεγγίζουν το κρίσιμο αυτό μεταίχμιο πρέπει να αντιμετωπίσουν αρκετές σκληρές παραδοχές:

– Υπάρχουν χιλιάδες συνάνθρωποι που δεν κατάφεραν να προσεγγίσουν αυτή την ηλικία, και επομένως η δυνατότητα συνέχισης της ύπαρξής μας πρέπει να θεωρείται δώρο.

– Ό,τι δεν έχει επιτευχθεί σε προηγούμενες ηλικίες, μπορεί να επαναληφθεί και να βιωθεί μόνο ως παρωδία. Κάθε εξελικτική περίοδος έχει τις δικές της ανάγκες και απαιτήσεις και η οπισθοδρόμηση για τη λύση καθηλώσεων και αγκυλώσεων του παρελθόντος επιτυγχάνεται μόνο μέσω ψυχοθεραπείας. Αν, για παράδειγμα, κάποιος δεν έχει ζήσει τους μεγάλους έρωτες κατά την εφηβεία και δεν έχει παραφρονήσει για την καρδιά μιας ή ενός ιδεατού συντρόφου, θα γελοιοποιηθεί εάν το επιχειρήσει στα 50.

– Εάν δεν έχει επιτευχθεί η συμφιλίωση με τα φαντάσματα του παρελθόντος στα 40, τα χρόνια που έπονται θα είναι οδυνηρά. Η συνέχιση της πορείας προϋποθέτει την εναργή ενατένιση των σχέσεων με τα πρόσωπα, που μας καθόρισαν κατά τα προηγούμενα στάδια, τη νοερή συνομιλία με αυτά, τον επαναπροσδιορισμό με καθαρή, απολογητική σκέψη των δεδομένων και τη συναισθηματική αποκατάστασή τους με αρωγό την εμπειρία και τον κριτικό λόγο. Οι πράξεις του παρελθόντος δεν παραγράφονται, αλλά όσο υπάρχει η δυνατότητα, μπορούν να επαναδιαπραγματευθούν. Καθώς η ηλικία προχωρά, μειώνονται οι επιλογές, τα γνωστικά σχήματα γίνονται πιο άκαμπτα και οι αυτοαξιολογήσεις δριμύτερες. Οι πιθανότητες είναι πολωτικές: είτε αναμετρώντας τα πεπραγμένα θεωρούμε ότι καλώς πολιτευθήκαμε και οδηγούμαστε ήρεμα προς την κορύφωση της ολοκλήρωσης, είτε διαπιστώνουμε ότι δράσαμε σαν να είμαστε κάποιοι άλλοι, οπότε η μέση ηλικία είναι η έσχατη ευκαιρία αλλαγής.

– Μετά τα 40 οι κοινωνικοί ρόλοι έχουν παγιωθεί, η ταυτότητα του «εγώ» έχει σταθεροποιηθεί, οι σεξουαλικές επιλογές έχουν αποκτήσει ωριμότητα και η θέση στην κοινωνία έχει καθοριστεί. Συχνά, όμως, ανεξέλεγκτα γεγονότα αλλοιώνουν την αυτοαντίληψη και την κοσμοθεωρία γενικότερα: αρρώστιες αγαπημένων προσώπων, θάνατοι γονέων – για πολλούς η απώλεια της μητέρας ισοδυναμεί με την αναντικατάστατη έλλειψη του ανθρώπου που περισσότερο από όλους τους είχε αγαπήσει – προβλήματα παιδιών, ξαφνικά διαζύγια, αποξένωση αγαπημένων φίλων κ.λπ.. Οι εσχατολογικές αυτές καταστάσεις είναι εκείνες, που καθορίζουν την αξία που αποδίδουμε στον εαυτό, γιατί τελικά η αυτοεκτίμηση δεν είναι παρά η σχέση που έχουμε με το θάνατο.

– Κατά τα χρόνια που ακολουθούν, το σώμα δε θα έχει τις ίδιες βιολογικές δυνατότητες και η στωική αποδοχή αυτής της διαπίστωσης σε μια κοινωνία, που θέτει αξιακά πρότυπα ισχύος, ρώμης και επιθυμητής εξωτερικής εμφάνισης, είναι βασική. Ο φόβος της επικείμενης γήρανσης συνδέεται με πλήθος ψυχολογικών προβλημάτων και κυρίως με την κατάθλιψη. Οι αλλαγές στον οργανισμό με την πάροδο της ηλικίας μπορούν να ταξινομηθούν σε μεταβολές στο γνωστικό τομέα, στην προσωπικότητα και στην προσαρμογή. Όσον αφορά τον πρώτο, παρατηρείται αδυναμία πρόσκτησης νέας γνώσης, η οποία όμως δεν ισχύει, εφόσον τα καινούργια ερεθίσματα αναφέρονται σε δεξιότητες που ήδη κατείχε το άτομο. Για παράδειγμα, μια νέα πληροφορία για το επάγγελμα αποθηκεύεται πολύ πιο άνετα σε σύγκριση με ένα εντελώς καινοφανές ερέθισμα. Τελευταίες έρευνες έχουν αποδείξει ότι η απώλεια της μνήμης είναι επιλεκτική (τα άτομα ξεχνούν συμβάντα και πληροφορίες που δεν τους ενδιαφέρουν) και δεν αφορά τη μακροπρόθεσμη, αλλά τη βραχυπρόθεσμη μνήμη. Τα νέα γι’ αυτούς ερεθίσματα πρέπει να παρουσιάζονται με ολοένα και πιο αργούς ρυθμούς, ενώ οι ασκήσεις απομνημόνευσης, το διάβασμα και η ενεργός συμμετοχή σε δραστηριότητες αποτρέπουν την εμφάνιση του φαινομένου. Η απώλεια γνώσης είναι παθολογική κατάσταση και μπορεί να εμφανιστεί σε όλες τις ηλικίες, αλλά στους νέους αποδίδεται στο άγχος και την κούραση, ενώ στους μεγαλύτερους στην ηλικία.

– Αν και τα σημάδια της γήρανσης είναι ευκόλως διαπιστώσιμα (ρυτίδες, φθίση, απώλεια μνημονικής ικανότητας, κούραση), τα αντίδωρα της ενηλικίωσης δεν εκτιμώνται με την ίδια άνεση: Αυξημένη κρίση, παγιωμένοι και τελειοποιημένοι νοητικοί χάρτες για εκατοντάδες ενδεχόμενα, αυτοματοποιημένοι και αποτελεσματικοί χειρισμοί πιθανοτήτων, ικανότητα πρόβλεψης των μελλοντικών δράσεων, αυξημένη συναισθηματική νοημοσύνη, βαθεία επεξεργασία των πληροφοριών, έλεγχος των ενορμήσεων, εξισορρόπηση των αμυνών, αρραγές οπλοστάσιο εναλλακτικού ρεπερτορίου συμπεριφορών, ρεαλιστικές προσδοκίες.

– Η αυτοεκτίμηση εξαρτάται από την κοινωνική σύγκριση, από τη δυνατότητα ελέγχου των γεγονότων της ζωής και από την αυτοαξιολόγηση, τη διαφορά δηλαδή μεταξύ του ιδεατού και πραγματικού εαυτού. Επιπλέον, συσχετίζεται με την αποτελεσματικότητα και τη θέληση για ανάληψη ευθυνών. Έρευνες δείχνουν ότι διατηρείται υψηλή μέχρι τα 60, και μάλιστα ο ρυθμός αύξησής της είναι πολύ ταχύτερος από αυτόν των νεαρότερων ηλικιών. Κατά την τρίτη ηλικία η αυτοεκτίμηση πλήττεται, εξ αιτίας παραγόντων όπως η συνταξιοδότηση, τα προβλήματα υγείας, το σύνδρομο της άδειας φωλιάς, η απαξίωση των ηλικιωμένων από το κοινωνικό σύστημα. Πάντως, αρκετοί ερευνητές πιστεύουν ότι η σημασία της υψηλής αυτοεκτίμησης έχει υπερεκτιμηθεί, δεδομένου ότι δε συνδέεται πάντα με την ευτυχία και δεν παρουσιάζει σταθερότητα κατά τη διάρκεια του βίου.

– Η προαναφερθείσα κοινωνική σύγκριση αναφέρεται στη βιολογική κατάσταση, την οικονομική άνεση, το κοινωνικό status, την απόκτηση παιδιών και τη δημιουργία σταθερής οικογένειας. Όλες οι έρευνες συγκλίνουν επίσης στη διαπίστωση ότι η ποσότητα και ποιότητα των κοινωνικών δικτύων και σχέσεων καθορίζουν το βαθμό της αυτοεκτίμησης. Η μέση ηλικία είναι συνυφασμένη με την επιτυχία στους παραπάνω τομείς, με την κατάκτηση υψηλόβαθμων θέσεων, με τη διεύρυνση του κύκλου των γνωστών, με την επαγγελματική σταθερότητα και την οικογενειακή νηνεμία, με την εξασφάλιση πόρων για καλή υγειονομική περίθαλψη, με την ευχέρεια αποκόμισης ποικίλων εμπειριών, με τη δυνατότητα ταξιδιών και με την επέκταση των επιλογών σε χόμπυ και ενδιαφέρουσες ασχολίες. Η κοινωνική σύγκριση έχει νόημα μόνο όταν αφορά άτομα παρόμοιας ηλικίας, επειδή διαφορετικά τα αποτελέσματα είναι εκ προοιμίου κίβδηλα. Δεν έχει νόημα, για παράδειγμα, η αντιπαραβολή των φυσικών ιδιοτήτων ενός 18άρη με κάποιον στα 50. Η αυτοεκτίμηση των ατόμων άνω των 40 δε συμβιβάζεται με υποκατάστατα ποιότητας. Απαιτεί τα δεδουλευμένα και αναιρεί τα ισχύοντα αν δεν ικανοποιούν τα κριτήρια τα οποία πια εκπορεύονται εκ των έσω και είναι πολύ πιο απαιτητικά σε σύγκριση με νεαρότερες ηλικίες.

– Υπό τις σημερινές συνθήκες, η αύξηση των διαζυγίων, οι μετασχηματισμοί της πυρηνικής οικογένειας, η ανεργία ατόμων μεγάλης ηλικίας, η οικονομική κρίση, τα ευδαιμονιστικά πρότυπα, η έκπτωση του κράτους πρόνοιας, η είσοδος στην εποχή της διακινδύνευσης, η περιρρέουσα αστάθεια, η ανενδοίαστη περιθωριοποίηση των μειονεκτούντων, η εξαθλίωση των οικονομικά αδυνάμων, επιδεινώνουν περισσότερο την αίσθηση ελέγχου, που είναι απαραίτητο συστατικό της αυτοεκτίμησης και θέτουν εν αμφιβόλω αξίες που παλαιότερα αποτελούσαν εγγύηση για την εύρωστη αυτοεικόνα. Οι διακύβευση και οι κλυδωνισμοί απαιτούν ευελιξία, προσαρμοστικότητα και διάθεση για ρίσκο, ιδιότητες που η κοινωνία απλόχερα αναγνωρίζει στους νέους και όχι σε άτομα που κουβαλούν την ευθύνη κι άλλων μελών μιας οικογένειας.

– Η εσωστρέφεια αυξάνεται καθώς κάποιος οδεύει προς την τρίτη ηλικία, αλλά ταυτόχρονα μειώνεται ο νευρωτισμός. Σύμφωνα με τη θεωρία της απόσυρσης, καθώς οι άνθρωποι μεγαλώνουν αποστερούνται μεγάλου μέρους των κοινωνικών τους ρόλων, αλλά και η ίδια η κοινωνία τούς περιθωριοποιεί (κυρίως για λόγους που σχετίζονται με την παραγωγή και την οικονομία). Κοινωνικά αίτια αναγκάζουν τους ηλικιωμένους να αποδεχτούν ρόλους εξάρτησης (από την οικογένεια, την κρατική μέριμνα, το σύστημα πρόνοιας και περίθαλψης), που πολλές φορές είναι γενεσιουργοί παράγοντες κατάθλιψης.

– Αν το ζητούμενο για τον άνθρωπο είναι η διασφάλιση της ευτυχίας – μιας φευγαλέας κατάστασης, κατά την οποία όλες οι εσωτερικές δυνάμεις και ανάγκες βρίσκονται σε ισορροπία -, η αυτοεκτίμηση είναι απλά μία πρόφαση ή ένα δώρο της συγκυρίας, για να ξεφύγουμε από τη ναρκισσιστική και νευρωτική ενασχόληση με το «εγώ». Γιατί από την ηλικία των 40 και έπειτα, όλοι πια γνωρίζουν, έχοντας επιβιώσει από συναισθηματικές μάχες και πολέμους ψυχικούς, ότι το μόνο αντίδοτο στην υπαρξιακή μοναξιά είναι η προσφορά προς την ανθρωπότητα και η αγάπη.

Πηγή: http://antikleidi.com/2014/10/19/η-αυτοεκτίμηση-μετά-τα-40/

Η τέλεια μητέρα για μια κόρη

Κάθε παιδί γεννιέται ολοκληρωμένο και μοναδικό. Όλα όσα χρειάζεται …

Υγιής σεξουαλική ανάπτυξη των παιδιών: τι χρειάζεται να γνωρίζουν οι γονείς

Η σεξουαλική ανάπτυξη των παιδιών συχνά μπορεί να αποτελέσει θέμα …

Τι να κάνετε αν το παιδί σας έχει Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή

Η Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή συνήθως εμφανίζεται με συγκεκριμένες …